πολεομορφισμός
•
- η εξέλιξη μιας περιοχής από αγροτική ή ημιαστική σε αστική Βικιλεξικό
- η επίδραση του άστεως ή του αστικού τρόπου ζωής σε ημιαστικές ή αγροτικές περιοχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολεομορφισμός < πολεομορφία + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική urbanization)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολεομορφισμός | πολεομορφισμοί |
| Γενική | πολεομορφισμού | πολεομορφισμών |
| Αιτιατική | πολεομορφισμό | πολεομορφισμούς |
| Κλητική | πολεομορφισμέ | πολεομορφισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →