Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολιομυελιτικός

/po.li.o.mi.e.li.tiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήαυτός που πάσχει από την ασθένεια της πολιομυελίτιδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολιομυελιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική poliomyélitique + -ός < poliomeylite < αρχαία ελληνική πολιός + μυελός : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολιομυελιτική / πολιομυελιτικός / πολιομυελιτικόπολιομυελιτικές / πολιομυελιτικοί / πολιομυελιτικά
Γενικήπολιομυελιτικής / πολιομυελιτικού / πολιομυελιτικούπολιομυελιτικών / πολιομυελιτικών / πολιομυελιτικών
Αιτιατικήπολιομυελιτική / πολιομυελιτικό / πολιομυελιτικόπολιομυελιτικές / πολιομυελιτικούς / πολιομυελιτικά
Κλητικήπολιομυελιτική / πολιομυελιτικέ / πολιομυελιτικόπολιομυελιτικές / πολιομυελιτικοί / πολιομυελιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πολιομυελιτικός

/po.li.o.mi.e.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την πολιομυελίτιδα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολιομυελιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική poliomyélitique + -ός < poliomeylite < αρχαία ελληνική πολιός + μυελός : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολιομυελιτικόςπολιομυελιτικήπολιομυελιτικό
Γενικήπολιομυελιτικούπολιομυελιτικήςπολιομυελιτικού
Αιτιατικήπολιομυελιτικόπολιομυελιτικήπολιομυελιτικό
Κλητικήπολιομυελιτικέπολιομυελιτικήπολιομυελιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολιομυελιτικοίπολιομυελιτικέςπολιομυελιτικά
Γενικήπολιομυελιτικώνπολιομυελιτικώνπολιομυελιτικών
Αιτιατικήπολιομυελιτικούςπολιομυελιτικέςπολιομυελιτικά
Κλητικήπολιομυελιτικοίπολιομυελιτικέςπολιομυελιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →