πολιορκία
•
- ο αποκλεισμός μιας οχυρωμένης θέσης με στρατιωτικές δυνάμεις που παρεμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, νερού και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης στη θέση αυτή, με σκοπό να αναγκάσουν τους κατοίκους της να παραδώσουν την κυριαρχία στους πολιορκητές Βικιλεξικό
- Λέγεται πως αν δεν ήταν ο Καπιτζίμπασης θα είχε διαλυθεί η πολιορκία του Μεσολογγίου. Αν δεν έβλεπαν οι εχθροί που το πολιορκούν την πρόοδο του Ιμπραήμ δεν θα μπορούσαν να τους κρατήσουν στο Μεσολόγγι.
- μεταφορικάη ασφυκτική συγκέντρωση πλήθους γύρω από ένα σημείο Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενόχληση που γίνεται με φορτικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιορκία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιορκία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιορκία | πολιορκίες |
| Γενική | πολιορκίας | πολιορκιών |
| Αιτιατική | πολιορκία | πολιορκίες |
| Κλητική | πολιορκία | πολιορκίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →