πολιτειακός
•
- ο σχετικός με το πολίτευμα και τη συγκρότηση ενός κράτους (πολιτείας) Βικιλεξικό
- η πολιτειακή ηγεσία της χώρας (ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας)
- οι πρώτες προσπάθειες των επαναστατημένων Ελλήνων για πολιτειακή συγκρότηση
- ο σχετικός με την πολιτεία, το ομόσπονδο κράτος Βικιλεξικό
- η πολιτειακή Βουλή της Καλιφόρνιας
Ετυμολογία
πολιτειακός (μαρτυρείται από το 1885) < πολιτεί(α) + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτειακός | πολιτειακή | πολιτειακό |
| Γενική | πολιτειακού | πολιτειακής | πολιτειακού |
| Αιτιατική | πολιτειακό | πολιτειακή | πολιτειακό |
| Κλητική | πολιτειακέ | πολιτειακή | πολιτειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτειακοί | πολιτειακές | πολιτειακά |
| Γενική | πολιτειακών | πολιτειακών | πολιτειακών |
| Αιτιατική | πολιτειακούς | πολιτειακές | πολιτειακά |
| Κλητική | πολιτειακοί | πολιτειακές | πολιτειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →