Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολιτειοκρατία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διοικητικό σύστημα στο οποίο η πολιτεία ασκεί τη διοίκηση και το έλεγχο εκκλησιαστικών θεμάτων και όχι η εκκλησία Βικιλεξικό
    • Στην πολιτειοκρατία η εκκλησία εκλαμβάνεται ως μία κρατική υπηρεσία που υπάγεται στη δικαιοδοσία της πολιτείας και ελέγχεται πλήρως από το κράτος. (Σχέσεις πολιτείας και εκκλησίας, Γιάννης Κοκόρης https://web.archive.org/web/20200206234544/http://im-ierissou.gr/images/stories/arthra/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1_-_%CE%95%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1__%CE%91_.pdf)

Ετυμολογία

πολιτειοκρατία < πολιτεία + -ο- + -κρατία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολιτειοκρατίαπολιτειοκρατίες
Γενικήπολιτειοκρατίαςπολιτειοκρατιών
Αιτιατικήπολιτειοκρατίαπολιτειοκρατίες
Κλητικήπολιτειοκρατίαπολιτειοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →