πολιτειοκρατικός
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στην πολιτειοκρατία Βικιλεξικό
- που είναι υπέρμαχος της πολιτειοκρατίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιτειοκρατικός < πολιτεί(α) + -ο- + κρατικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτειοκρατικός | πολιτειοκρατική | πολιτειοκρατικό |
| Γενική | πολιτειοκρατικού | πολιτειοκρατικής | πολιτειοκρατικού |
| Αιτιατική | πολιτειοκρατικό | πολιτειοκρατική | πολιτειοκρατικό |
| Κλητική | πολιτειοκρατικέ | πολιτειοκρατική | πολιτειοκρατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτειοκρατικοί | πολιτειοκρατικές | πολιτειοκρατικά |
| Γενική | πολιτειοκρατικών | πολιτειοκρατικών | πολιτειοκρατικών |
| Αιτιατική | πολιτειοκρατικούς | πολιτειοκρατικές | πολιτειοκρατικά |
| Κλητική | πολιτειοκρατικοί | πολιτειοκρατικές | πολιτειοκρατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →