πολιτευτής
•
- πολιτικήαυτός που πολιτεύεται, που κατεβαίνει υποψήφιος, κυρίως για βουλευτής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιτευτής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολιτευτής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτευτής | πολιτευτές |
| Γενική | πολιτευτή | πολιτευτών |
| Αιτιατική | πολιτευτή | πολιτευτές |
| Κλητική | πολιτευτή | πολιτευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →