πολιτεύομαι
•
- συμμετέχω, παίρνω ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή ενός τόπου Βικιλεξικό
- Πολιτεύεται στην ιδιαίτερη εκλογική του περιφέρεια.
- Aπό τότε που άρχισε να πολιτεύεται εγκατέλειψε τη δικηγορία.
- συμπεριφέρομαι, ζω κατά έναν ορισμένο τρόπο Βικιλεξικό
- Σε όλη του τη ζωή πολιτεύτηκε άψογα.
- χειρίζομαι κάτι ιδίως με διπλωματικότητα και με ευελιξία Βικιλεξικό
- Tο πολιτεύτηκε έξυπνα το ζήτημα.
Ετυμολογία
πολιτεύομαι ήδη τον 5ο αιώνα πκε στον Θουκυδίδη< (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιτεύομαι < (αρχαία ελληνικά πολιτεύω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →