πολιτικάντης
•
- μειωτικόο πολιτικός που μεταχειρίζεται ευτελή μέσα προκειμένου να εκλεγεί ή να ανέλθει σε αξίωμα Βικιλεξικό
- «Καταρχάς, δεν ξέρω να λέω ψέμματα! Για να 'μαι πιο ακριβής, προτιμώ να φτιάχνω μύθους ως ανυστερόβουλος καλλιτέχνης παρά σαν υστερόβουλος πολιτικάντης!» εξήγησε επιγραμματικά. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
Ετυμολογία
πολιτικάντης < (άμεσο δάνειο) ιταλική politicante
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτικάντης | πολιτικάντηδες |
| Γενική | πολιτικάντη | πολιτικάντηδων |
| Αιτιατική | πολιτικάντη | πολιτικάντηδες |
| Κλητική | πολιτικάντη | πολιτικάντηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →