πολιτική
•
- η τέχνη διακυβέρνησης μιας κοινωνίας Βικιλεξικό
- το σύνολο των δράσεων και των ιδεών που σχετίζονται με τα δημόσια πράγματα, τη διακυβέρνηση μιας πόλης, ενός κράτους Βικιλεξικό
- γενικότερασυγκεκριμένος τρόπος δράσης, αντιμετώπισης προβλημάτων, υιοθέτηση συγκεκριμένης τακτικής απέναντι σε μία κατάσταση Βικιλεξικό
- Η επιχείρηση έχει ως βασική της πολιτική την υιοθέτηση πρακτικών, που ενισχύουν την ασφάλεια των εργαζομένων στο χώρο εργασίας.
- Ασκώντας επιθετική πολιτική η εταιρεία προχώρησε στην εξαγορά πέντε μικρών επιχειρήσεων σύμφωνα με το μακροπρόθεσμο σχέδιο ανάπτυξης της εταιρείας.
- γενικότεραο τρόπος διακυβέρνησης ενός κράτους Βικιλεξικό
- επάγγελμαη επαγγελματική ενασχόληση με τα κοινά Βικιλεξικό
- Πάρα πολλοί γιατροί και δικηγόροι ασχολούνται επαγγελματικά με την πολιτική.
- η δημόσια ζωή, οι δημόσιες υποθέσεις, τα κοινά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιτική < 1.: (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιτική, 2 έως 6: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική politique < λατινική politica < αρχαία ελληνική πολιτική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτική | πολιτικές |
| Γενική | πολιτικής | πολιτικών |
| Αιτιατική | πολιτική | πολιτικές |
| Κλητική | πολιτική | πολιτικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →