Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολιτικοϊδεολογικός

/po.li.ti.ko.i.ðe.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου αφορά πολιτική και ιδεολογία Βικιλεξικό
    • Και ο Χίτλερ είχε πολιτικοϊδεολογικά κίνητρα όταν διέπραττε τη γενοκτονία, ή οι συνταγματάρχες όταν επέβαλλαν τη δικτατορία τους στην Ελλάδα. (Μιχάλης Σταθόπουλος, Γνώμη: Γιατί δεν είναι πολιτικό έγκλημα, Τα Νέα, 4 Μαρτίου 2003)

Ετυμολογία

πολιτικοϊδεολογικός < πολιτικ(ός) + -ο- + ιδεολογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολιτικοϊδεολογικόςπολιτικοϊδεολογικήπολιτικοϊδεολογικό
Γενικήπολιτικοϊδεολογικούπολιτικοϊδεολογικήςπολιτικοϊδεολογικού
Αιτιατικήπολιτικοϊδεολογικόπολιτικοϊδεολογικήπολιτικοϊδεολογικό
Κλητικήπολιτικοϊδεολογικέπολιτικοϊδεολογικήπολιτικοϊδεολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολιτικοϊδεολογικοίπολιτικοϊδεολογικέςπολιτικοϊδεολογικά
Γενικήπολιτικοϊδεολογικώνπολιτικοϊδεολογικώνπολιτικοϊδεολογικών
Αιτιατικήπολιτικοϊδεολογικούςπολιτικοϊδεολογικέςπολιτικοϊδεολογικά
Κλητικήπολιτικοϊδεολογικοίπολιτικοϊδεολογικέςπολιτικοϊδεολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →