Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολιτιστικός

/po.li.ti.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον πολιτισμό Βικιλεξικό
    • Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  2. που συμβάλλει στην ανάπτυξη του πολιτισμού Βικιλεξικό
    • πολιτιστικές εκδηλώσεις
    • Έτσι, η Δραματοθεραπεία, εκτός από «θεραπευτικό», αποτελεί και «πολιτιστικό γεγονός», καθώς λειτουργεί και σε άλλα επίπεδα, όπως είναι εκείνα της δημιουργικότητας, της εμψύχωσης και της επίτευξης στόχων. Απευθύνεται σε ένα σύνολο διαφορετικών πληθυσμών. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί, περιλαμβάνουν παίξιμο ρόλων, δημιουργία και αφήγηση ιστοριών και παραμυθιού, τεχνικές γλυπτών, ζωγραφική, μάσκες και κατασκευές, αναδεικνύοντας τον ρόλο του σώματος στο πλαίσιο της ψυχοσωματικής θεώρησης.

Ετυμολογία

πολιτιστικός < πολιτισ(μός) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cultural.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολιτιστικόςπολιτιστικήπολιτιστικό
Γενικήπολιτιστικούπολιτιστικήςπολιτιστικού
Αιτιατικήπολιτιστικόπολιτιστικήπολιτιστικό
Κλητικήπολιτιστικέπολιτιστικήπολιτιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολιτιστικοίπολιτιστικέςπολιτιστικά
Γενικήπολιτιστικώνπολιτιστικώνπολιτιστικών
Αιτιατικήπολιτιστικούςπολιτιστικέςπολιτιστικά
Κλητικήπολιτιστικοίπολιτιστικέςπολιτιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →