πολιτιστικός
•
- που σχετίζεται με τον πολιτισμό Βικιλεξικό
- Το ανησυχητικό και ελαφρώς ματαιόσπουδο είναι ότι η μέριμνα για τη γλωσσική κάθαρση επιθυμεί ασυνειδήτως να κλείσει τα (γλωσσικά) σύνορα, την ίδια ώρα που τα πολιτιστικά σύνορα έχουν περίπου καταργηθεί (Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- που συμβάλλει στην ανάπτυξη του πολιτισμού Βικιλεξικό
- πολιτιστικές εκδηλώσεις
- Έτσι, η Δραματοθεραπεία, εκτός από «θεραπευτικό», αποτελεί και «πολιτιστικό γεγονός», καθώς λειτουργεί και σε άλλα επίπεδα, όπως είναι εκείνα της δημιουργικότητας, της εμψύχωσης και της επίτευξης στόχων. Απευθύνεται σε ένα σύνολο διαφορετικών πληθυσμών. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί, περιλαμβάνουν παίξιμο ρόλων, δημιουργία και αφήγηση ιστοριών και παραμυθιού, τεχνικές γλυπτών, ζωγραφική, μάσκες και κατασκευές, αναδεικνύοντας τον ρόλο του σώματος στο πλαίσιο της ψυχοσωματικής θεώρησης.
Ετυμολογία
πολιτιστικός < πολιτισ(μός) + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cultural.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτιστικός | πολιτιστική | πολιτιστικό |
| Γενική | πολιτιστικού | πολιτιστικής | πολιτιστικού |
| Αιτιατική | πολιτιστικό | πολιτιστική | πολιτιστικό |
| Κλητική | πολιτιστικέ | πολιτιστική | πολιτιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτιστικοί | πολιτιστικές | πολιτιστικά |
| Γενική | πολιτιστικών | πολιτιστικών | πολιτιστικών |
| Αιτιατική | πολιτιστικούς | πολιτιστικές | πολιτιστικά |
| Κλητική | πολιτιστικοί | πολιτιστικές | πολιτιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →