πολιτογράφηση
•
- το να αποκτά κάποιος την ιθαγένεια μιας χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιτογράφηση < πολιτογραφώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολιτογράφηση | πολιτογραφήσεις |
| Γενική | πολιτογράφησης | πολιτογραφήσεων |
| Αιτιατική | πολιτογράφηση | πολιτογραφήσεις |
| Κλητική | πολιτογράφηση | πολιτογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →