Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολκάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένογυναικείο ζακετάκι - σακάκι Βικιλεξικό
    • τα μάτια του Νίκου κύτταζαν τη σειρά κουμπάκια, τόνα κοντά στάλλο, πούχε μπροστά το σταχτί πολκάκι της Λιόλιας, που της ήτονε μικρό και την έκοβε φοβερά στις αμασχάλες: στην κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τάγουρα να ωρίμαζαν εκεί μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)

Ετυμολογία

πολκάκι < πόλκα + -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολκάκιπολκάκια
Γενική——
Αιτιατικήπολκάκιπολκάκια
Κλητικήπολκάκιπολκάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →