Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολλά βαρύς

/poˈla vaˈɾis/φράση, αρσενικό
•
  1. καφέςελληνικός καφές με μεγάλη δόση σκόνης καφέ Βικιλεξικό
    • Φέρε μου έναν μέτριο πολλά βαρύ, ή μάλλον... κάν' τον πολλά βαρύ με ολίγη! (εννοείται: λίγη ζάχαρη)
    • εκφράσεις: πολλά βαρύς και όχι
  2. άνθρωπος κακοδιάθετος, κλειστός τύπος, που δε μιλάει πολύ, που δε σηκώνει πολλά πολλά Βικιλεξικό
    • Του άντρα του πολλά βαρύ [γενική πτώση] μην του μιλάτε το πρωί (στίχοι τραγουδιού, στιχουργός: Ερρίκος Θαλασσινός, μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος)

Ετυμολογία

πολλά βαρύς < → δείτε τη λέξη πολλά (λαϊκότροπο επίρρημα, άκλιτο) και το επίθετο βαρύς :* για τον καφέ < στη μεταφορική του σημασία: πολύ έντονος :* για τον άντρα τον πολλά βαρύ < στη μεταφορική του σημασία: κακοδιάθετος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →