πολλαπλασιασμός
•
- σημαντική αύξηση μιας ποσότητας Βικιλεξικό
- αναπαραγωγή ζώντων οργανισμών Βικιλεξικό
- αριθμητικήπράξη (δυαδικός τελεστής) που από δυο παράγοντες, α και β (τον πολλαπλασιαστέο και τον πολλαπλασιαστή), παράγει ένα αποτέλεσμα (το γινόμενο). Αυτό ισούται με το άθροισμα β παραγόντων ίσων με α Βικιλεξικό
- εάν α = 20 και β = 5, τότε 20+20+20+20+20=100, και γράφουμε 20 x 5 = 100
Ετυμολογία
πολλαπλασιασμός < ελληνιστική πολλαπλασιασμός < πολλαπλασιάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολλαπλασιασμός | πολλαπλασιασμοί |
| Γενική | πολλαπλασιασμού | πολλαπλασιασμών |
| Αιτιατική | πολλαπλασιασμό | πολλαπλασιασμούς |
| Κλητική | πολλαπλασιασμέ | πολλαπλασιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →