πολυάριθμος
•
- που αποτελείται από μεγάλο πλήθος Βικιλεξικό
- Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
Ετυμολογία
πολυάριθμος < πολύ + αριθμός = σε μεγάλη ποσότητα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυάριθμος | πολυάριθμη | πολυάριθμο |
| Γενική | πολυάριθμου | πολυάριθμης | πολυάριθμου |
| Αιτιατική | πολυάριθμο | πολυάριθμη | πολυάριθμο |
| Κλητική | πολυάριθμε | πολυάριθμη | πολυάριθμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυάριθμοι | πολυάριθμες | πολυάριθμα |
| Γενική | πολυάριθμων | πολυάριθμων | πολυάριθμων |
| Αιτιατική | πολυάριθμους | πολυάριθμες | πολυάριθμα |
| Κλητική | πολυάριθμοι | πολυάριθμες | πολυάριθμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →