πολυάσχολος
•
- που ασχολείται με πολλά πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυάσχολος < ελληνιστική κοινή πολυάσχολος. Συγχρονικά αναλύεται σε πολυ- + ασχολ(ία) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυάσχολος | πολυάσχολη | πολυάσχολο |
| Γενική | πολυάσχολου | πολυάσχολης | πολυάσχολου |
| Αιτιατική | πολυάσχολο | πολυάσχολη | πολυάσχολο |
| Κλητική | πολυάσχολε | πολυάσχολη | πολυάσχολο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυάσχολοι | πολυάσχολες | πολυάσχολα |
| Γενική | πολυάσχολων | πολυάσχολων | πολυάσχολων |
| Αιτιατική | πολυάσχολους | πολυάσχολες | πολυάσχολα |
| Κλητική | πολυάσχολοι | πολυάσχολες | πολυάσχολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →