πολυαμίνη
•
- χημείατύπος οργανικής ένωσης, που περιέχει δύο ή περισσότερες αμινομάδες (-NH₂), σημαντική για πολλούς βιολογικούς και κυτταρικούς μηχανισμούς, καθώς συμμετέχει σε διάφορες κυτταρικές λειτουργίες, όπως η ρύθμιση της κυτταρικής ανάπτυξης, η σταθεροποίηση τού DNA, και η υποστήριξη της πρωτεϊνικής σύνθεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυαμίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική polyamine < αρχαία ελληνική πολύς + amine < νεολατινική ammonia < λατινική ammoniacus < αρχαία ελληνική ἀμμωνιακός < Ἄμμων < αρχαία αιγυπτιακή i-mn:n-A40 (jmn)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυαμίνη | πολυαμίνες |
| Γενική | πολυαμίνης | πολυαμινών |
| Αιτιατική | πολυαμίνη | πολυαμίνες |
| Κλητική | πολυαμίνη | πολυαμίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →