Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυανδρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με πολυανδρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυανδρικός < πολυανδρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυανδρικόςπολυανδρικήπολυανδρικό
Γενικήπολυανδρικούπολυανδρικήςπολυανδρικού
Αιτιατικήπολυανδρικόπολυανδρικήπολυανδρικό
Κλητικήπολυανδρικέπολυανδρικήπολυανδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυανδρικοίπολυανδρικέςπολυανδρικά
Γενικήπολυανδρικώνπολυανδρικώνπολυανδρικών
Αιτιατικήπολυανδρικούςπολυανδρικέςπολυανδρικά
Κλητικήπολυανδρικοίπολυανδρικέςπολυανδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →