Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυαρχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η άσκηση αρχής (εξουσίας) από πολλούς συγχρόνως Βικιλεξικό
  2. αρνητικάη διάσπαση ή πολυδιάσπαση μιας συμπαγούς και ενιαίας εξουσίας, με αρνητικά επακόλουθα την αναποφασιστικότητα ή και την αδυναμία αποτελεσματικής ή/και ταχείας δράσης Βικιλεξικό
  3. φιλοσοφίαη άποψη ότι ο κόσμος διέπεται από πολλές αρχές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυαρχία < αρχαία ελληνική πολυαρχία < πολύς +αρχή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυαρχίαπολυαρχίες
Γενικήπολυαρχίαςπολυαρχιών
Αιτιατικήπολυαρχίαπολυαρχίες
Κλητικήπολυαρχίαπολυαρχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →