πολυβολώ
•
- πυροβολώ με πολυβόλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάταλαιπωρώ κάποιον μιλώντας του ακατάπαυστα, θέτοντάς του πληθώρα ερωτήσεων ή κάνοντας πολλές παρατηρήσεις πάνω σε κάποιο θέμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυβολώ < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →