πολυγλωσσικός
•
- ο σχετικός με την πολυγλωσσία Βικιλεξικό
- Παρότι στον αρχαίο κόσμο κυριαρχούσε η ελληνιστική κοινή και στον Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση η λατινική, ο κόσμος της επιστήμης ήταν πολυγλωσσικός, αναφέρει ο Gordin.
Ετυμολογία
πολυγλωσσικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική polyglossic, Μορφολογικά αναλύεται σε πολυ- + γλωσσικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυγλωσσικός | πολυγλωσσική | πολυγλωσσικό |
| Γενική | πολυγλωσσικού | πολυγλωσσικής | πολυγλωσσικού |
| Αιτιατική | πολυγλωσσικό | πολυγλωσσική | πολυγλωσσικό |
| Κλητική | πολυγλωσσικέ | πολυγλωσσική | πολυγλωσσικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυγλωσσικοί | πολυγλωσσικές | πολυγλωσσικά |
| Γενική | πολυγλωσσικών | πολυγλωσσικών | πολυγλωσσικών |
| Αιτιατική | πολυγλωσσικούς | πολυγλωσσικές | πολυγλωσσικά |
| Κλητική | πολυγλωσσικοί | πολυγλωσσικές | πολυγλωσσικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →