Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυγράμματος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από πολλά γράμματα Βικιλεξικό
  2. που έχει μελετήσει πολλά πράγματα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου θέλει να εντυπωσιάσει με τις γνώσεις του, που θέλει να « κάνει τον έξυπνο » Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυγράμματος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυγράμματοςπολυγράμματηπολυγράμματο
Γενικήπολυγράμματουπολυγράμματηςπολυγράμματου
Αιτιατικήπολυγράμματοπολυγράμματηπολυγράμματο
Κλητικήπολυγράμματεπολυγράμματηπολυγράμματο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυγράμματοιπολυγράμματεςπολυγράμματα
Γενικήπολυγράμματωνπολυγράμματωνπολυγράμματων
Αιτιατικήπολυγράμματουςπολυγράμματεςπολυγράμματα
Κλητικήπολυγράμματοιπολυγράμματεςπολυγράμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →