πολυγραφικός
•
- σχετικός με τον πολύγραφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυγραφικός < πολυγράφος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυγραφικός | πολυγραφική | πολυγραφικό |
| Γενική | πολυγραφικού | πολυγραφικής | πολυγραφικού |
| Αιτιατική | πολυγραφικό | πολυγραφική | πολυγραφικό |
| Κλητική | πολυγραφικέ | πολυγραφική | πολυγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυγραφικοί | πολυγραφικές | πολυγραφικά |
| Γενική | πολυγραφικών | πολυγραφικών | πολυγραφικών |
| Αιτιατική | πολυγραφικούς | πολυγραφικές | πολυγραφικά |
| Κλητική | πολυγραφικοί | πολυγραφικές | πολυγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →