Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον πολύγραφο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυγραφικός < πολυγράφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυγραφικόςπολυγραφικήπολυγραφικό
Γενικήπολυγραφικούπολυγραφικήςπολυγραφικού
Αιτιατικήπολυγραφικόπολυγραφικήπολυγραφικό
Κλητικήπολυγραφικέπολυγραφικήπολυγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυγραφικοίπολυγραφικέςπολυγραφικά
Γενικήπολυγραφικώνπολυγραφικώνπολυγραφικών
Αιτιατικήπολυγραφικούςπολυγραφικέςπολυγραφικά
Κλητικήπολυγραφικοίπολυγραφικέςπολυγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →