Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυγραφότατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. υπερθετικός βαθμός του πολυγράφος: ικανός να συγγράφει πολλά κείμενα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυγραφότατος < πολυγράφ(ος) + -ότατος → δείτε το ελληνιστικό πολυγραφώτατος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυγραφότατοςπολυγραφότατηπολυγραφότατο
Γενικήπολυγραφότατουπολυγραφότατηςπολυγραφότατου
Αιτιατικήπολυγραφότατοπολυγραφότατηπολυγραφότατο
Κλητικήπολυγραφότατεπολυγραφότατηπολυγραφότατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυγραφότατοιπολυγραφότατεςπολυγραφότατα
Γενικήπολυγραφότατωνπολυγραφότατωνπολυγραφότατων
Αιτιατικήπολυγραφότατουςπολυγραφότατεςπολυγραφότατα
Κλητικήπολυγραφότατοιπολυγραφότατεςπολυγραφότατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →