πολυδιαβασμένος
•
- που έχει διαβαστεί πολλές φορές, που έχει πολυδιαβαστεί Βικιλεξικό
- είνα ένα ευπώλητο, πολυδιαβασμένο βιβλίο, που δεν πρέπει να λείπει απ' τη βιβλιοθήκη μας!
Ετυμολογία
πολυδιαβασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πολυδιαβάζω. Αναλύεται σε πολυ- + διαβασμένος
Άλλοι τύποι
πολυδιαβασμέναπολυδιαβασμένεπολυδιαβασμένεςπολυδιαβασμένηπολυδιαβασμένηςπολυδιαβασμένοπολυδιαβασμένοιπολυδιαβασμένοςπολυδιαβασμένουπολυδιαβασμένουςπολυδιαβασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →