Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυεθνικός

/po.li.eˈθni.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που περιλαμβάνει πολλά έθνη Βικιλεξικό
  2. που ασκεί τη δράση του σε πολλά κράτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυεθνικός < πολυ- + έθν(ος) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική multinational

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυεθνικόςπολυεθνικήπολυεθνικό
Γενικήπολυεθνικούπολυεθνικήςπολυεθνικού
Αιτιατικήπολυεθνικόπολυεθνικήπολυεθνικό
Κλητικήπολυεθνικέπολυεθνικήπολυεθνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυεθνικοίπολυεθνικέςπολυεθνικά
Γενικήπολυεθνικώνπολυεθνικώνπολυεθνικών
Αιτιατικήπολυεθνικούςπολυεθνικέςπολυεθνικά
Κλητικήπολυεθνικοίπολυεθνικέςπολυεθνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →