πολυεθνικός
•
- που περιλαμβάνει πολλά έθνη Βικιλεξικό
- που ασκεί τη δράση του σε πολλά κράτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυεθνικός < πολυ- + έθν(ος) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική multinational
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυεθνικός | πολυεθνική | πολυεθνικό |
| Γενική | πολυεθνικού | πολυεθνικής | πολυεθνικού |
| Αιτιατική | πολυεθνικό | πολυεθνική | πολυεθνικό |
| Κλητική | πολυεθνικέ | πολυεθνική | πολυεθνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυεθνικοί | πολυεθνικές | πολυεθνικά |
| Γενική | πολυεθνικών | πολυεθνικών | πολυεθνικών |
| Αιτιατική | πολυεθνικούς | πολυεθνικές | πολυεθνικά |
| Κλητική | πολυεθνικοί | πολυεθνικές | πολυεθνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →