πολυεστερικός
•
- χημείαπου έχει σχέση με πολυεστέρα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή αποτελείται από πολυεστέρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυεστερικός < πολυεστέρας + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική polyester)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυεστερικός | πολυεστερική | πολυεστερικό |
| Γενική | πολυεστερικού | πολυεστερικής | πολυεστερικού |
| Αιτιατική | πολυεστερικό | πολυεστερική | πολυεστερικό |
| Κλητική | πολυεστερικέ | πολυεστερική | πολυεστερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυεστερικοί | πολυεστερικές | πολυεστερικά |
| Γενική | πολυεστερικών | πολυεστερικών | πολυεστερικών |
| Αιτιατική | πολυεστερικούς | πολυεστερικές | πολυεστερικά |
| Κλητική | πολυεστερικοί | πολυεστερικές | πολυεστερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →