Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυεστερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με πολυεστέρα, αναφέρεται σ’ αυτόν ή αποτελείται από πολυεστέρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυεστερικός < πολυεστέρας + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική polyester)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυεστερικόςπολυεστερικήπολυεστερικό
Γενικήπολυεστερικούπολυεστερικήςπολυεστερικού
Αιτιατικήπολυεστερικόπολυεστερικήπολυεστερικό
Κλητικήπολυεστερικέπολυεστερικήπολυεστερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυεστερικοίπολυεστερικέςπολυεστερικά
Γενικήπολυεστερικώνπολυεστερικώνπολυεστερικών
Αιτιατικήπολυεστερικούςπολυεστερικέςπολυεστερικά
Κλητικήπολυεστερικοίπολυεστερικέςπολυεστερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →