Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυεστιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γυαλιάπου εστιάζει σε πολλά σημεία Βικιλεξικό
  2. λογοτεχνίαπου περιλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς τρόπους εστίασης Βικιλεξικό
    • Πρόκειται για ένα βιβλίο που αποτελεί σημαντική καμπή στη ζωή και στο έργο του Αντρέ Ζιντ, για ένα πολυεστιακό μυθιστόρημα όπου ο συγγραφέας κινεί με δεξιοτεχνία 29 χαρακτήρες και στο οποίο αναμετριέται -μετερχόμενος διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους- με ποικίλα θέματα: τη σύγκρουση των γενεών, την εξέγερση εναντίον της οικογένειας, την ομοφυλοφιλία, τη θρησκεία, το Καλό και το Κακό, την κιβδηλεία, τη σχέση αλήθειας και ψεύδους και, ασφαλώς, τη σχέση της λογοτεχνίας με την ίδια τη ζωή. (* εφημερίδα Το Βήμα)
  3. ιατρικήπου αναπτύσσεται σε διαφορετικές περιοχές του σώματος Βικιλεξικό
    • πολυεστιακοί όγκοι

Ετυμολογία

πολυεστιακός (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική multifocal. Μορφολογικά αναλύεται σε πολυ- + εστιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυεστιακόςπολυεστιακήπολυεστιακό
Γενικήπολυεστιακούπολυεστιακήςπολυεστιακού
Αιτιατικήπολυεστιακόπολυεστιακήπολυεστιακό
Κλητικήπολυεστιακέπολυεστιακήπολυεστιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυεστιακοίπολυεστιακέςπολυεστιακά
Γενικήπολυεστιακώνπολυεστιακώνπολυεστιακών
Αιτιατικήπολυεστιακούςπολυεστιακέςπολυεστιακά
Κλητικήπολυεστιακοίπολυεστιακέςπολυεστιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →