Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυθεϊστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον πολυθεϊσμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυθεϊστικός < πολυ- + θεός + -ιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυθεϊστικόςπολυθεϊστικήπολυθεϊστικό
Γενικήπολυθεϊστικούπολυθεϊστικήςπολυθεϊστικού
Αιτιατικήπολυθεϊστικόπολυθεϊστικήπολυθεϊστικό
Κλητικήπολυθεϊστικέπολυθεϊστικήπολυθεϊστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυθεϊστικοίπολυθεϊστικέςπολυθεϊστικά
Γενικήπολυθεϊστικώνπολυθεϊστικώνπολυθεϊστικών
Αιτιατικήπολυθεϊστικούςπολυθεϊστικέςπολυθεϊστικά
Κλητικήπολυθεϊστικοίπολυθεϊστικέςπολυθεϊστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →