πολυθρόνα
•
- έπιπλοαναπαυτικό κάθισμα για ένα άτομο με στηρίγματα για την πλάτη και, συνήθως, για τα χέρια Βικιλεξικό
- χαιρέτησε τον Ραγκούση αμήχανα και του έδειξε να καθίσει απέναντί του, σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, πανομοιότυπη μ' εκείνην όπου άραζε η Σιλβί Κριστέλ ξώβυζη , όποτε υποδυόταν την Εμμανουέλα. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.) Βικιλεξικό
- Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
Ετυμολογία
πολυθρόνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική poltrona, θηλυκό του poltrone < ιταλική poltro (κρεβάτι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυθρόνα | πολυθρόνες |
| Γενική | πολυθρόνας | πολυθρονών |
| Αιτιατική | πολυθρόνα | πολυθρόνες |
| Κλητική | πολυθρόνα | πολυθρόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →