πολυκάντηλο
•
- πολύφωτη λυχνία με πολλά καντήλια Βικιλεξικό
- Τὸ μέγα πολυκάντηλο μέσ' 'ς τὸ ναὸ τῆς φύσης, (Διονύσιος Σολωμός, Carmen Seculare)
Ετυμολογία
πολυκάντηλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πολυκάντηλον < πολυκάνδηλον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πολυκάνδηλος. Συχρονικά αναλύεται σε πολυ- + καντήλ(α) + -ο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκάντηλο | πολυκάντηλα |
| Γενική | πολυκάντηλου | πολυκάντηλων |
| Αιτιατική | πολυκάντηλο | πολυκάντηλα |
| Κλητική | πολυκάντηλο | πολυκάντηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →