Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυκέλαδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κελαηδά πολύ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου μιλά ακατάπαυστα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυκέλαδος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκέλαδοςπολυκέλαδηπολυκέλαδο
Γενικήπολυκέλαδουπολυκέλαδηςπολυκέλαδου
Αιτιατικήπολυκέλαδοπολυκέλαδηπολυκέλαδο
Κλητικήπολυκέλαδεπολυκέλαδηπολυκέλαδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκέλαδοιπολυκέλαδεςπολυκέλαδα
Γενικήπολυκέλαδωνπολυκέλαδωνπολυκέλαδων
Αιτιατικήπολυκέλαδουςπολυκέλαδεςπολυκέλαδα
Κλητικήπολυκέλαδοιπολυκέλαδεςπολυκέλαδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →