πολυκαιρίτικος
•
- που έχει διαρκέσει πολύ Βικιλεξικό
- που έχει παλιώσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυκαιρίτικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκαιρίτικος | πολυκαιρίτικη | πολυκαιρίτικο |
| Γενική | πολυκαιρίτικου | πολυκαιρίτικης | πολυκαιρίτικου |
| Αιτιατική | πολυκαιρίτικο | πολυκαιρίτικη | πολυκαιρίτικο |
| Κλητική | πολυκαιρίτικε | πολυκαιρίτικη | πολυκαιρίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκαιρίτικοι | πολυκαιρίτικες | πολυκαιρίτικα |
| Γενική | πολυκαιρίτικων | πολυκαιρίτικων | πολυκαιρίτικων |
| Αιτιατική | πολυκαιρίτικους | πολυκαιρίτικες | πολυκαιρίτικα |
| Κλητική | πολυκαιρίτικοι | πολυκαιρίτικες | πολυκαιρίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →