Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυκαιρίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει διαρκέσει πολύ Βικιλεξικό
  2. που έχει παλιώσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυκαιρίτικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκαιρίτικοςπολυκαιρίτικηπολυκαιρίτικο
Γενικήπολυκαιρίτικουπολυκαιρίτικηςπολυκαιρίτικου
Αιτιατικήπολυκαιρίτικοπολυκαιρίτικηπολυκαιρίτικο
Κλητικήπολυκαιρίτικεπολυκαιρίτικηπολυκαιρίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκαιρίτικοιπολυκαιρίτικεςπολυκαιρίτικα
Γενικήπολυκαιρίτικωνπολυκαιρίτικωνπολυκαιρίτικων
Αιτιατικήπολυκαιρίτικουςπολυκαιρίτικεςπολυκαιρίτικα
Κλητικήπολυκαιρίτικοιπολυκαιρίτικεςπολυκαιρίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →