πολυκερματισμός
•
- λόγιοη κατάτμηση ή ο διαχωρισμός ενός συνόλου σε πολλά μικρά, συχνά ασύνδετα μεταξύ τους κομμάτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυκερματισμός < πολυ- + κερματισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκερματισμός | πολυκερματισμοί |
| Γενική | πολυκερματισμού | πολυκερματισμών |
| Αιτιατική | πολυκερματισμό | πολυκερματισμούς |
| Κλητική | πολυκερματισμέ | πολυκερματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →