Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυκινηματογράφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςσυγκρότημα πολλαπλών κινηματογραφικών αιθουσών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυκινηματογράφος < πολυ- + κινηματογράφος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική multiplex)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυκινηματογράφοςπολυκινηματογράφοι
Γενικήπολυκινηματογράφουπολυκινηματογράφων
Αιτιατικήπολυκινηματογράφοπολυκινηματογράφους
Κλητικήπολυκινηματογράφεπολυκινηματογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →