Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυκλαδία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη υπέρμετρη ανάπτυξη βλαστών ή πολλών κλαδιών Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ύπαρξη πολλών διοικητικών κλάδων Βικιλεξικό
    • Επίσης, ο κατακερματισμός και η πολυκλαδία των θέσεων προσωπικού στο δημόσιο σε συνδυασμό, με τον υπερβολικά μεγάλο αριθμό υποψηφίων καθώς και η διενέργεια πολλαπλών διαδικασιών επιλογής προσωπικού για θέσεις ίδιας ειδικότητας σε διάφορους οργανισμούς έχει ως συνέπεια, την επιβάρυνση της διαδικασίας επιλογής προσωπικού, καθυστερήσεις, αλλά ίσως εν τέλει και την άνιση μεταχείρισή των υποψηφίων. (Δημήτριος Τραπεζιώτης, Η αναγκαιότητα αλλαγής της διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού στην ελληνική δημόσια διοίκηση. Η υποκίνηση ως εργαλείο βελτίωσης της παραγωγικότητας στην εποχή της οικονομικής κρίσης, σελ. 127)

Ετυμολογία

πολυκλαδία < ελληνιστική κοινή πολῠ́κλᾰδος / πολῠκλᾰδής + -ία < αρχαία ελληνική πολύς + κλάδος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυκλαδίαπολυκλαδίες
Γενικήπολυκλαδίαςπολυκλαδιών
Αιτιατικήπολυκλαδίαπολυκλαδίες
Κλητικήπολυκλαδίαπολυκλαδίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →