Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυκλωνικός

/po.li.klo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου προέρχεται από περισσότερες από μία μικρές ομάδες κυττάρων, τους κλώνους, ιδίως διαφορετικής γενετικής προέλευσης Βικιλεξικό
    • πολυκλωνικά αντισώματα

Ετυμολογία

πολυκλωνικός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική polyclonal Μορφολογικά αναλύεται σε πολυ- + κλών(ος) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκλωνικόςπολυκλωνικήπολυκλωνικό
Γενικήπολυκλωνικούπολυκλωνικήςπολυκλωνικού
Αιτιατικήπολυκλωνικόπολυκλωνικήπολυκλωνικό
Κλητικήπολυκλωνικέπολυκλωνικήπολυκλωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυκλωνικοίπολυκλωνικέςπολυκλωνικά
Γενικήπολυκλωνικώνπολυκλωνικώνπολυκλωνικών
Αιτιατικήπολυκλωνικούςπολυκλωνικέςπολυκλωνικά
Κλητικήπολυκλωνικοίπολυκλωνικέςπολυκλωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →