πολυκλωνικός
•
- βιολογίαπου προέρχεται από περισσότερες από μία μικρές ομάδες κυττάρων, τους κλώνους, ιδίως διαφορετικής γενετικής προέλευσης Βικιλεξικό
- πολυκλωνικά αντισώματα
Ετυμολογία
πολυκλωνικός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική polyclonal Μορφολογικά αναλύεται σε πολυ- + κλών(ος) + -ικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκλωνικός | πολυκλωνική | πολυκλωνικό |
| Γενική | πολυκλωνικού | πολυκλωνικής | πολυκλωνικού |
| Αιτιατική | πολυκλωνικό | πολυκλωνική | πολυκλωνικό |
| Κλητική | πολυκλωνικέ | πολυκλωνική | πολυκλωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυκλωνικοί | πολυκλωνικές | πολυκλωνικά |
| Γενική | πολυκλωνικών | πολυκλωνικών | πολυκλωνικών |
| Αιτιατική | πολυκλωνικούς | πολυκλωνικές | πολυκλωνικά |
| Κλητική | πολυκλωνικοί | πολυκλωνικές | πολυκλωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →