πολυκουρσεμένος
•
- που τον έχουν κουρσέψει πολλές φορές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυκουρσεμένος < πολυ- + κουρσεμένος
Άλλοι τύποι
πολυκουρσεμέναπολυκουρσεμένεπολυκουρσεμένεςπολυκουρσεμένηπολυκουρσεμένηςπολυκουρσεμένοπολυκουρσεμένοιπολυκουρσεμένοςπολυκουρσεμένουπολυκουρσεμένουςπολυκουρσεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →