Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυλογού

/po.li.loˈɣu/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του πολυλογάς Βικιλεξικό
    • Δὲν ἐχειρομύλιζεν ὁ παπάς, ἐχειρομύλιζεν ἡ γειτόνισσα, ἡ πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα, τοῦ ᾄσματος τοῦ μπαρμπα−Γιαννιοῦ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρωτας στα χιόνια)

Ετυμολογία

πολυλογού < πολυλογ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού. Μορφολογικά αναλύεται σε πολυ- + λογού.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυλογούπολυλογούδες
Γενικήπολυλογούςπολυλογούδων
Αιτιατικήπολυλογούπολυλογούδες
Κλητικήπολυλογούπολυλογούδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →