πολυλογώ
•
- μιλώ άσκοπα για πολλά και διάφορα θέματα Βικιλεξικό
- Να μην τα πολυλογώ, είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνη με θέλημά μου
Ετυμολογία
πολυλογώ < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →