πολυμεταλλισμός
•
- οικονομίανομισματικό σύστημα στο οποίο γίνεται χρήση περισσότερων του ενός μετάλλων Βικιλεξικό
- οδοντιατρικήη χρήση πολλών και διαφορετικών μετάλλων ή αμαλγαμάτων από πολλά μέταλλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυμεταλλισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική polymetallism < αρχαία ελληνική πολύς + μέταλλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυμεταλλισμός | πολυμεταλλισμοί |
| Γενική | πολυμεταλλισμού | πολυμεταλλισμών |
| Αιτιατική | πολυμεταλλισμό | πολυμεταλλισμούς |
| Κλητική | πολυμεταλλισμέ | πολυμεταλλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →