πολυμορφικό
•
- νεολογισμόςόχημα που μπορεί να διαμορφωθεί (εσωτερικά ή εξωτερικά) με πολλούς τρόπους και να ικανοποιήσει έτσι ποικίλες ανάγκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυμορφικό < ουδέτερο του πολυμορφικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυμορφικό | πολυμορφικά |
| Γενική | πολυμορφικού | πολυμορφικών |
| Αιτιατική | πολυμορφικό | πολυμορφικά |
| Κλητική | πολυμορφικό | πολυμορφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →