Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυνησιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την Πολυνησία Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου περιλαμβάνει πολλά νησιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυνησιακός < Πολυνησία + -ακός # πολυνησιακός < πολυ- + νησί + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυνησιακόςπολυνησιακήπολυνησιακό
Γενικήπολυνησιακούπολυνησιακήςπολυνησιακού
Αιτιατικήπολυνησιακόπολυνησιακήπολυνησιακό
Κλητικήπολυνησιακέπολυνησιακήπολυνησιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπολυνησιακοίπολυνησιακέςπολυνησιακά
Γενικήπολυνησιακώνπολυνησιακώνπολυνησιακών
Αιτιατικήπολυνησιακούςπολυνησιακέςπολυνησιακά
Κλητικήπολυνησιακοίπολυνησιακέςπολυνησιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →