Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυπάθεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήγενική πάθηση, πολλά ψυχικά ή σωματικά πάθη που έχει κάποιος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ιδιότητα του πολυπαθούς Βικιλεξικό
    • Σε αυτά όμως τα κείμενα ο Παλαμάς δεν βρήκε τίποτε σχετικά με τη θέα και ουσία του Θεού και το μόνο που βρήκε να λέγεται ήταν ότι την οικείωση προς τον Θεό δεν την φέρει η πολυπάθεια, αλλά η καθαρότητα και η προσευχή (Τριάς Πρώτη: Ησυχαστική μέθοδος προσευχής και μεταμόρφωση του σώματος, Alexander Milenkovits, 2018, pemptousia.gr)

Ετυμολογία

πολυπάθεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πολυπάθεια < αρχαία ελληνική πολύς + -πάθεια < πάσχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυπάθειαπολυπάθειες
Γενικήπολυπάθειαςπολυπαθειών
Αιτιατικήπολυπάθειαπολυπάθειες
Κλητικήπολυπάθειαπολυπάθειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →