πολυπικραίνω
•
- θλίβω, πικραίνω πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυπικραίνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πολυπικραίνω | πολυπικραίνεις | πολυπικραίνει | πολυπικραίνουμε | πολυπικραίνετε | πολυπικραίνουν / πολυπικραίνουνε |
| Παρατατικός | πολυπίκραινα | πολυπίκραινες | πολυπίκραινε | πολυπικραίναμε | πολυπικραίνατε | πολυπίκραιναν / πολυπικραίναν / πολυπικραίνανε |
| Αόριστος | πολυπίκρανα | πολυπίκρανες | πολυπίκρανε | πολυπικράναμε | πολυπικράνατε | πολυπίκραναν / πολυπικράναν / πολυπικράνανε |
| Μέλλοντας | θα πολυπικράνω / θα πολυπικραίνω | θα πολυπικράνεις / θα πολυπικραίνεις | θα πολυπικράνει / θα πολυπικραίνει | θα πολυπικράνουμε / θα πολυπικραίνουμε | θα πολυπικράνετε / θα πολυπικραίνετε | θα πολυπικράνουν / θα πολυπικράνουνε / θα πολυπικραίνουν / θα πολυπικραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πολυπικράνει | έχεις πολυπικράνει | έχει πολυπικράνει | έχουμε πολυπικράνει | έχετε πολυπικράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πολυπικράνει | είχες πολυπικράνει | είχε πολυπικράνει | είχαμε πολυπικράνει | είχατε πολυπικράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω πολυπικράνει / να πολυπικράνω / να πολυπικραίνω | να έχεις πολυπικράνει / να πολυπικράνεις / να πολυπικραίνεις | να έχει πολυπικράνει / να πολυπικράνει / να πολυπικραίνει | να έχουμε πολυπικράνει / να πολυπικράνουμε / να πολυπικραίνουμε | να έχετε πολυπικράνει / να πολυπικράνετε / να πολυπικραίνετε | να πολυπικράνουν / να πολυπικράνουνε / να πολυπικραίνουν / να πολυπικραίνουνε |
| Προστακτική | — | πολυπίκραινε / πολυπίκρανε | — | — | πολυπικράνετε / πολυπικραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →