πολυπολιτισμικός
•
- που έχει σχέση με την πολυπολιτισμικότητα ή αναφέρεται σ’ αυτή, που τον χαρακτηρίζει η συνύπαρξη πολλών πολιτισμικών στοιχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολυπολιτισμικός < πολυ- + πολιτισμικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική multicultural)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυπολιτισμικός | πολυπολιτισμική | πολυπολιτισμικό |
| Γενική | πολυπολιτισμικού | πολυπολιτισμικής | πολυπολιτισμικού |
| Αιτιατική | πολυπολιτισμικό | πολυπολιτισμική | πολυπολιτισμικό |
| Κλητική | πολυπολιτισμικέ | πολυπολιτισμική | πολυπολιτισμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολυπολιτισμικοί | πολυπολιτισμικές | πολυπολιτισμικά |
| Γενική | πολυπολιτισμικών | πολυπολιτισμικών | πολυπολιτισμικών |
| Αιτιατική | πολυπολιτισμικούς | πολυπολιτισμικές | πολυπολιτισμικά |
| Κλητική | πολυπολιτισμικοί | πολυπολιτισμικές | πολυπολιτισμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →