Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυπονεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει υποφέρει πολλά Βικιλεξικό
    • μα τι να λέγει η μάννα σου η πολυπονεμένη

Ετυμολογία

πολυπονεμένος < μεσαιωνική ελληνική πολυπονεμένος < πολύ και πονεμένος

Άλλοι τύποι

πολυπονεμέναπολυπονεμένεπολυπονεμένεςπολυπονεμένηπολυπονεμένηςπολυπονεμένοπολυπονεμένοιπολυπονεμένοςπολυπονεμένουπολυπονεμένουςπολυπονεμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →