πολυπονεμένος
•
- που έχει υποφέρει πολλά Βικιλεξικό
- μα τι να λέγει η μάννα σου η πολυπονεμένη
Ετυμολογία
πολυπονεμένος < μεσαιωνική ελληνική πολυπονεμένος < πολύ και πονεμένος
Άλλοι τύποι
πολυπονεμέναπολυπονεμένεπολυπονεμένεςπολυπονεμένηπολυπονεμένηςπολυπονεμένοπολυπονεμένοιπολυπονεμένοςπολυπονεμένουπολυπονεμένουςπολυπονεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →