Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολυπραγμοσύνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη απασχόληση ή η ενασχόληση με πολλά πράγματα συγχρόνως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολυπραγμοσύνη < αρχαία ελληνική πολυπραγμοσύνη, μορφολογικά αναλύεται σε πολυπράγμ(ων) + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολυπραγμοσύνηπολυπραγμοσύνες
Γενικήπολυπραγμοσύνηςπολυπραγμοσυνών
Αιτιατικήπολυπραγμοσύνηπολυπραγμοσύνες
Κλητικήπολυπραγμοσύνηπολυπραγμοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →